Greeks abroad (ή ο Έλλην εν τη αλλοδαπή).

Πάντα μου έκανε εντύπωση το πώς εμείς οι Έλληνες, όταν ζούμε στο εξωτερικό, καταφέρνουμε να βρισκόμαστε ταυτόχρονα σε δύο χώρες: σε αυτή που μας φιλοξενεί – και στην δική μας. Συνήθως μάλιστα ζούμε περισσότερο στην δική μας, κι ας έχουμε χρόνια να πατήσουμε εκεί το πόδι μας.

Την μακρινή εποχή που σπούδαζα στο Μόναχο, οι Έλληνες φοιτητές μεταφέρανε την πατρίδα σαν μικρό χαλί υπό μάλης. Όπου πήγαιναν το άπλωναν και πατούσαν σε ελληνικό έδαφος. Μαζεύονταν στα ίδια στέκια, μετακινιόντουσαν ομαδικά, ζούσαν στα ίδια κοινόβια. Το 90% του χρόνου τους μιλούσαν Ελληνικά. Μάλιστα μερικοί δεν μάθαιναν ποτέ γερμανικά – άλλοι δε μόνο τόσα, όσα ήταν αυστηρώς απαραίτητα για τις σπουδές τους. Αγνοούσαν παντελώς ποιος ήταν πρωθυπουργός της Βαυαρίας ή δήμαρχος του Μονάχου, αλλά ήξεραν και τον τελευταίο Έλληνα πολιτευτή. Τα αποτελέσματα των ελληνικών ποδοσφαιρικών αγώνων τα γνωρίζανε λεπτό προς λεπτό (και τότε δεν υπήρχε Internet) αλλά ανάθεμα κι αν ήξεραν δύο ομάδες της Bundesliga. (Σήμερα, χάρη στην …παγκοσμιοποίηση και το ΠΡΟ-ΠΟ, ακόμα και στην Κολοπετεινίτσα ξέρουν την Bundesliga, την Premiership και το Campionato).

Όταν ερχόταν κανένας επισκέπτης από την Ελλάδα το πρώτο που ρωτούσε ήταν: «που μαζεύονται οι Έλληνες;». Η δεύτερη ερώτηση: «ξέρεις κανένα καλό Ελληνικό εστιατόριο να πάμε για φαΐ;». «Μα άνθρωπε του Θεού!» απορούσα, «έκανες δυο χιλιάδες χιλιόμετρα για να φας αυτό που έτρωγες σπίτι σου;».

Έκτοτε αυτή τη νοοτροπία την συνάντησα πολλές φορές: σε φοιτητές, σε εργάτες, αλλά και σε μόνιμους κατοίκους (πρώτης γενεάς) από την Αυστραλία μέχρι τις ΗΠΑ. Οι άνθρωποι αυτοί μόνο φαινομενικά ζούνε σε άλλη χώρα. Έχουν μεταφέρει από την Ελλάδα ήθη, έθιμα, νοοτροπίες, στερεότυπα, εμμονές, μύθους, ιδεολογήματα… Με δύο λόγια τα καλύτερα (αλλά και τα χειρότερα) γνωρίσματα της φυλής. Ακόμα και τις κομματικές (ή ποδοσφαιρικές) τους προσκολλήσεις τις κουβαλάνε αναλλοίωτες. Θυμάμαι σε διαλέξεις που έδωσα προσκαλεσμένος από συλλόγους κατοίκων, σπουδαστών ή επιστημόνων – η συζήτηση που επακολουθούσε δεν είχε καμία διαφορά ανάμεσα στην Μελβούρνη και την Λάρισα, την Στουτγάρδη και την Κατερίνη. Στην Νέα Υόρκη είχαν τις ίδιες (και χειρότερες) ιδεολογικές εμμονές, τις ίδιες κλειστές κοσμοθεωρίες. Τι πιο αστείο από το να σου λένε (εμπιστευτικά) στην Οκλαχόμα, ότι ο τάδε Ρωμιός είναι Καραμανλικός ή Παπανδρεϊκός (κι ας μην έχει ποτέ ψηφίσει στην Ελλάδα).

Μερικοί σίγουρα θα πούνε πως αυτό είναι καλό. Ότι ο Έλληνας παραμένει γνήσιος, αυθεντικός, ατόφιος, δεν αφομοιώνεται, δεν αλλοτριώνεται, δεν μπασταρδεύεται. Είναι άραγε έτσι; Εμένα μου φαινόταν αυτό περισσότερο σαν αμυντική τακτική, ανθρώπων ανασφαλών και φοβισμένων. Κλείνονταν στο κόσμο τους, απορρίπτοντας κάθε τι που ερχόταν από έξω, ακόμα και όταν αυτό ήταν σαφώς καλύτερο. Η συμπεριφορά τους να ονομάζουν «παράξενες» ή «παλαβές» τις συνήθειες των ξένων – χωρίς να προσπαθήσουν να τις καταλάβουν – ή «αηδίες» τα φαγητά τους – χωρίς ποτέ να τα δοκιμάσουν, δείχνει ένα φοβικό πλέγμα.

Θυμάμαι έναν συμφοιτητή που ισχυριζόταν πως η Πάτρα είχε καλύτερα σινεμά από το Μόναχο (ήταν, φυσικά, Πατρινός). Μόλις είχε φτάσει και είχε πάει μόνο σε ένα κινηματογράφο, αλλά ένιωθε την ανάγκη να υπερασπιστεί την πατρίδα του, λες και του την είχαν αμφισβητήσει.

Εκεί βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η ερμηνεία ενός άλλου φαινομένου. Ότι οι εκτός Ελλάδος Έλληνες παρουσιάζονται πάντα πιο φανατικοί στα «εθνικά θέματα» από τους εντός. Δεν είναι πιο πατριώτες – είναι πιο εθνικιστές. Κι αυτό επειδή νιώθουν περισσότερο ανασφαλείς. Η ψυχολογία μιλάει για τον φανατισμό των μειονοτήτων που νιώθουν περιθωριακές και αναπληρώνουν την έλλειψη σιγουριάς με επιθετικότητα και υπερβολή. Η Ελλάδα, που βρίσκεται αρκετά μακριά, εξιδανικεύεται, μεγαλώνει, ομορφαίνει και προβάλλεται τεράστια. (Είναι πάντα τόσο πιο εύκολο να αγαπάς εξ αποστάσεως…).

Οι παρατηρήσεις μου αφορούν περισσότερο στο παρελθόν (ευτυχώς οι νέες γενεές είναι πιο ανοιχτές) αλλά όχι μόνον σε αυτό. Η απόδειξη βρίσκεται στο πιο επίκαιρο Μέσο – στο Internet. Οι περισσότερες σελίδες των αποδήμων δείχνουν αναλλοίωτη αυτή την αρχέγονη στάση. Ακόμα και οι καυγάδες μεταξύ τους – από την Αυστραλία μέχρι την Καλιφόρνια – έχουν συχνά σαν υπόβαθρο την κλειστή νοοτροπία της Ελληνικής επαρχίας.

Κι όμως τελικά μία τέτοια στάση φτωχαίνει τους ανθρώπους. Ότι καλύτερο στην ζωή – και στο πνεύμα – γίνεται με την σύνθεση. Οι σπουδαστές που περνάνε χρόνια σε μία ξένη χώρα και αρκούνται στο να φέρουν πίσω ένα χαρτί (αν το φέρουν και αυτό… το ποσοστό επιτυχίας δεν είναι μεγάλο) έχουν χάσει το 50% της γνώσης που μπορούσαν να τους προσφέρουν οι σπουδές τους. Το άλλο 50% θα προέρχονταν από την βαθύτερη εμπειρία μίας άλλης κοινωνίας, νοοτροπίας ακόμα και ιστορίας. Μόνο αν γνωρίσεις καλά μία (τουλάχιστον) ξένη χώρα μπορείς να αξιολογήσεις σωστά την δική σου. (Το ίδιο ισχύει και για την γλώσσα – αυτός που ξέρει μόνο μία γλώσσα δεν την συνειδητοποιεί).

Φυσικά αυτά που γράφω δεν ισχύουν για όλους. Υπάρχουν (ευτυχώς) πολλοί Έλληνες που πάνε στο εξωτερικό έτοιμοι να ρουφήξουν σαν σφουγγάρια, ότι καλύτερο έχει να προσφέρει η νέα τους πατρίδα. Αυτοί άλλωστε είναι εκείνοι που διαπρέπουν. Αν ο Μητρόπουλος, ο Σκαλκώτας, η Κάλας, (για να μείνω στον χώρο της μουσικής) δεν είχαν πάρει αυτά που μπορούσαν να τους δώσουν οι δεύτερες πατρίδες τους, δεν θα είχαν μεγαλουργήσει.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, η πολυπολιτισμικότητα είναι η νέα μας πραγματικότητα. No man is an island έγραφε ο John Donne – και το ίδιο πια ισχύει για τις κοινωνίες και τα έθνη. Θα επιβιώσουν όχι εκείνοι που αρνούνται το άλλο, το διαφορετικό, αλλά μόνον εκείνοι που θα το συνθέσουν δημιουργικά με την δική τους κληρονομιά.

 

(Προδημοσίευση από το Hellenic Mail)