Δύο κείμενα για το καλοκαίρι Γραμμένα πριν 20 χρόνια - αλλά τόσο επίκαιρα...

 

ΙΟΝΙΟ ΠΕΛΑΓΟΣ

Αυτές οι τελευταίες μέρες του Ιουνίου είναι οι πιο κρίσιμες. Όχι, μην πάει ο νους σας στην πολιτική - αυτή μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων διαταράσσει. Μιλάω για τον προαιώνιο αγώνα του φωτός και του σκότους.

Αυτές οι μέρες είναι ο θρίαμβος, η δόξα και η δύναμη του Φωτός. Οι μεγαλύτερες μέρες του χρόνου. Με φως διαυγές, μελένιο, Ελληνικό. Τίποτα δεν είναι πιο όμορφο - να βρίσκεσαι ξαπλωμένος σ' έναν αμμόλοφο, κάπου στη δυτική Πελοπόννησο (με τα μεγάλα πεύκα-ομπρέλες να ρίχνουν μακρότατες σκιές) και να απολαμβάνεις αυτή την παράταση ζωής, αυτές τις πρόσθετες ώρες φωτός, πριν απ' τη δύση.

Ώρα επτά - κι ο ήλιος ψηλά στον ορίζοντα. Ατελείωτη μέρα κι ατελείωτη νιώθεις τη ζωή. Γεμάτη φως και διάρκεια. Και στο βάθος απέραντη θάλασσα. Απέραντη νιώθεις τη ζωή.

«Και γλυκύ το φως και αγαθόν τοις οφθαλμοίς του βλέπειν τον ήλιον», γράφει ο αδιόρθωτος επικούρειος, ο Εκκλησιαστής. Ο ηλιομανής. Κάθε δεύτερη λέξη του είναι, ήλιος ή φως. Τρέμει, το σκοτάδι: «και εάν έτη πολλά ζήσεται ο άνθρωπος...μνησθήσεται τας ημέρας του σκότους, ότι πολλαί έσονται: παν το ερχόμενον ματαιότης».

Που τρύπωσε αυτός ο Έλληνας μέσα στους φανατικούς του Ιεχωβά; Πεσσιμιστής, σκεπτικιστής και επικούρειος, γυρίζει τη Βίβλο ανάποδα: «ουκ εστίν αγαθόν τω ανθρώπω υπό τον ήλιον, ότι ει μη φαγείν και του πιείν και του ευφρανθήναι...».

«Υπό τον ήλιον». Η φράση κλειδί. Το φως. Το πραγματικό, το απτό - όχι το μεταφυσικό. «Φώτιση» δεν υπάρχει – ήλιος, χρόνος και ματαιότητα. Αναμφισβήτητα «Έλλην» - στη φυλή ή την παιδεία.

Συλλογίζομαι και τον Σεφέρη που έγραφε: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Μόνον αυτός; Όλοι μας. Πλασμένοι από φως και ύλη - όσο περισσότερη ακτινοβολία δεχόμαστε τόσο πιο ζωντανοί. Γεμίζουμε ενέργεια, σαν φωτοηλεκτρικά κύτταρα.

Αυτός είναι για μένα ο Ιούνιος. Ο μήνας της ζωής. «Έζησε τόσους Ιουνίους», θα έπρεπε να λένε, τόσους θριάμβους φωτός. Τόσες ημέρες ξανθές και ατελείωτα ερωτικές. Κι ο έρωτας είναι «ζήτημα φωτός» κι ας κρύβεται συχνά στο σκοτάδι.

Μου έλεγε φίλη, ξενιτεμένη στον αρκτικό κύκλο, πως στη μεγάλη πολική νύχτα δεν χάνεται μόνον η επιθυμία. Μέχρι και βιολογικά αναστέλλεται η γυναικεία περίοδος. Γι' αυτό όλη η βόρεια μυθολογία του φωτός – και η νοσταλγία του νότου. Μεταναστεύουν αναζητώντας την αφή. Κι εμείς σπαταλούμε το χρυσάφι που μας περισσεύει.

Μωροί και άφρονες! Σύντομη είναι η νίκη του φωτός και παροδική η βασιλεία του. Γρήγορα -πόσο γρήγορα- αρχίζουν να μικραίνουν οι μέρες. Ήδη στο τέλος Ιουνίου έχουν χαθεί ολόκληρα λεπτά πολύτιμο φως. Θα φθάσουν οι ώρες του σκότους «και έσονται πολλαί».

Μα, θα πει ο αισιόδοξος, θα ξανάρθει ο Ιούνιος και ο θρίαμβος του ήλιου. Σίγουρα. Άραγε, όμως, εμείς θα ξανάρθουμε; Πόσες φορές ακόμα; «Τα πάντα επιστρέφει εις τον χουν», λέει ο Εκκλησιαστής. Οι Ιούνιοι που θα ζήσουμε είναι ελάχιστοι μπροστά σε αυτούς πού δεν θα ζήσουμε - κι αυτό είναι το μαύρο μέσα στο φως που είδε ο ποιητής: .

...στο ζεστό λιβάδι
έβλεπε σκοτάδι
πίσω από το φως.

Ναι, αλλά τώρα ας μη μιλήσουμε άλλο για το σκότος. «Ουκ εστίν αγαθόν... ει μη του ευφρανθήναι!». Σύμφωνοι σοφέ, σοφότατε σύντροφε στη ματαιότητα. Ας ευφρανθούμε λοιπόν, ας συλλέξουμε ήλιο και φως και αφή - κι ας ζήσουμε άλλον έναν Ιούνιο «υπό τον ήλιον».

 

ΗΛΙΟΣ Ο ΤΡΙΤΟΣ

Εκείνα τα καλοκαίρια φύγανε. Τα ένθεα καλοκαίρια του Σικελιανού, τα μεταφυσικά εκστατικά του Ελύτη, ακόμα και τα αισθησιακά αστικά του Κοσμά Πολίτη - που είναι πια; Ή μήπως μεγαλώσαμε και χάσαμε τη δυνατότητα της καλοκαιρινής μέθης;

Γιατί βέβαια το ελληνικό καλοκαίρι είναι σαν κρασί - αν δεν το γευτείς αρκετά δεν μεθάς, αν δεν μεθύσεις δεν καταλαβαίνεις τη λογική του. Τώρα όμως, προστατευμένοι, τυλιγμένοι σε κύματα κλιματισμού, νιώθουμε τον ήλιο μόνο την προκαθορισμένη ώρα της ηλιοθεραπείας μας. Που κι αυτή έχει γίνει υποχρέωση και αγγαρεία.

 Όπως και οι διακοπές. Ένα «πρέπει» μέσα στα άλλα. Προγραμματισμένο, πακεταρισμένο. Α! Το αλήτικο καλοκαίρι το παλιό – και να 'θελες δεν υπήρχαν «μενού», «τουρ» και «ημιδιατροφή». Θα μου πείτε- και σήμερα υπάρχουν ελεύθεροι σκοπευτές (οι καλοί αστοί τους λένε «αλητοτουρίστες»). Ξένοι όμως όλοι – πόσοι από μας;

Πάει το καλοκαίρι:έγινε βιομηχανία. Εκατομμύρια άνθρωποι πρέπει να ξεκουραστούν (πόσο πάει το "πρέπει" με το "χαλαρώνω";) πρέπει να μαυρίσουν, πρέπει να περιηγηθούν. Οι νόμοι της μαζικής λογικής επιβάλλονται αυτόματα. Μεμονωμένος τουρίστας; Μόνο δισεκατομμυριούχος ή αναρχικός.

Κι αυτή η βιομηχανία επιδρά στην απόλαυση του καλοκαιριού, όπως το πορνείο στην απόλαυση του έρωτα. Την κάνει τυπική, μηχανική εκτόνωση ανάγκης.

Κρίμα- τα τζιτζίκια κρατάνε ακόμα τον ίδιο διονυσιακό ρυθμό- κανείς δεν χορεύει. Κι αν χόρευε, θα ήταν «λαϊκοί χοροί», προγραμματισμένοι κι αυτοί.

Ο ήλιος αντιστοιχεί σε κρέμα μαυρίσματος με παράγοντα 3 ή 4. Το βράδυ λαδωμένοι, μαυρισμένοι, θα πάμε στην ντίσκο, τρομάζοντας τη φύση με βρόντους και φώτα. Όχι δεν θα πάμε στην αμμουδιά να τραγουδήσουμε- δεν συνηθίζεται πια.

Κι η φυγή πιο σύνθετη τώρα- προσπαθείς να ξεφύγεις από αυτούς που ξεφεύγουν. Ανακαλύπτεις κάθε τόσο ένα ξεχασμένο νησί, ένα απόμερο χωριό- για να το εγκαταλείψεις μετά από λίγο όταν θα το καταλάβει κι αυτό ο εχθρός. Έρχεται με τσιμέντο, πλαστικό και τρανζίστορ και κάνει κατοχή.

Κάποτε η Σκιάθος ανήκε στον Παπαδιαμάντη και η Μυτιλήνη στον Ελύτη. Τώρα τον ένα τον κρύψαμε κάτω από το Νόμπελ κι ο άλλος πάει να γίνει αρχαίο κείμενο. Ποιος μπορεί σήμερα να γευθεί τον "Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου "; Μόνον το Όρος έχει μείνει αληθινό – το πολιορκούν όμως κι αυτό παραδοξολόγοι και ακροβάτες.

Έχει αλλάξει, δεν λέω, κι ο χειμώνας μας και η άνοιξη - αλλά αυτό το καλοκαίρι δεν αναγνωρίζεται. Ο "Ήλιος ο Πρώτος", που ανέτειλε στην Ιωνία των προσωκρατικών, δύει τώρα καθημερινά προγραμματισμένα μπροστά στο Σούνιο (sunset by Sοuniοn) με χιλιάδες φωτογραφικά κλικ.

Από το «φάος ηελίοιο» φθάσαμε στο «Σαν Μπήτς». Αυτό το καλοκαίρι δεν είναι πια δικό μας.