ΑΝΤΙΕΡΩΤΙΚΟ (1983-85)

 

Αυτές οι χλιαρές φθινοπωρινές ημέρες είναι, σαν αντεστραμμένη άνοιξη. Συνέχεια θυμάμαι εκείνο το στίχο του Καρυωτάκη:

 

                                        Έχω κάτι σπασμένα φτερά...

 

Έχω κάτι σπασμένα φτερά που δεν θα μου επιτρέψουν να αποδημήσω σε θερμότερες χώρες. Απολαμβάνω τις τελευταίες γλυκύτατες λιακάδες όπως ο καταδικασμένος τις στερνές του ώρες. Σαν να μην είναι να ξανάρθουν πια.

 

Αυτές τις μέρες ακόμα και η ανέραστη, αντιερωτική Αθήνα αποπνέει μιαν αδιόρατη ηδυπάθεια. Ερωτισμός φυσάει στους δρόμους σαν στίχος του Τέλλου Άγρα:

 

                                        Βουίζει καημό, βουίζει ερημιά,
                                       Αγάπης βουίζει αποθυμιά...

 

Θα 'ρθει χειμώνας, το δέρμα θα κλείσει τους πόρους του, η ψυχή τους δικούς της. Ποιοι είναι οι πόροι της ψυχής; Μα οι αισθήσεις: δράση, γεύση, αφή, ακοή. Τι βρίσκει η ψυχή να μυρίσει, το χειμώνα; Τυλιγμένη στο συμβολικό της παλτό, κουμπωμένη μέχρι τ' αυτιά ούτε βλέπει ούτε ακούει – παρά μόνο όσο της χρειάζεται για να πορευτεί. Το γυμνό δέρμα προκαλεί ρίγος αντί για χάδι.

 

Βέβαια έχει ο χειμώνας λιακάδες - και τζακάδες. Και στιγμές κρυφού αισθησιασμού - πιο ιδιωτικές από τις θερινές. Αλλά αυτή η χλιαρή ευδία του "ινδιάνικου καλοκαιριού" είναι μοναδική. Γιατί πίσω της παραμονεύει η απειλή του χειμώνα.

 

Εδώ, ένας παλιός χρονογράφος θα μίλαγε για το “φθινόπωρο της ζωής”. Που είναι κι αυτό μια αντεστραμμένη άνοιξη. Και παίρνει δύναμη και ένταση από τον κοντινό του χειμώνα.

 

Μπορεί να μην είναι πια της μόδας οι παρομοιώσεις (και μάλιστα οι περίτεχνες, οι αλληγορικές) αλλά θα είχε δίκιο ο παλιός χρονογράφος.

 

Περπατώντας μέσα στο μελένιο απομεσήμερο μιας άδειας, Κυριακάτικης Αθήνας. Περιδιαβάζοντας σε δρόμους της παιδικής σου ηλικίας - που έγιναν μετά δρόμοι της εφηβείας σου. Και μετά ξένοι. Αγνώριστοι. Που και που ανακαλύπτεις ένα νεοκλασικό να σου χαμογελάει δειλά σαν παλιός ξεχασμένος γνωστός. Οι άγκυρες της μνήμης σου είναι τα σπίτια αυτά – τα σημάδια για να βγεις (αν ποτέ βγεις) από το λαβύρινθο. Που θα τον κάνεις ανάποδα, προς τα πίσω, για να φτάσεις σιγά-σιγά στον εαυτό σου.

 

Ο ποιητής εξακολουθεί να βουίζει, μέσα μου:

 

                                                      Έχω κάτι σπασμένα φτερά...

 

Αλλά δεν είναι πια ο δικός του στίχος -είναι μια κραυγή, είναι η μουσική της Λένας Πλάτωνος πάνω στο στίχο, είναι ο στίχος πάνω από την πόλη σαν ουρλιαχτό πληγωμένου ζώου.

 

Τι γρήγορα που γυρίζει ο αισθησιασμός σε κατάθλιψη, ιδιαίτερα όταν είναι φθινόπωρο, πλησιάζει χειμώνας κι ο στείρος ερωτισμός λιμνάζει σε στέρηση. Μια πόλη ολόκληρη έχει σπασμένα φτερά. Μια πόλη ολόκληρη θέλει ν' αγαπήσει αλλά τρομάζει βλέποντας το πρόσωπο της στον καθρέφτη. Μια πόλη ανέραστη, τσιμεντένια.

 

Κι οι εποχές συνεχίζουν να στέλνουν τις επιταγές τους στους αδένες μας. Και το φθινόπωρο το χλιαρό, το ηδυπαθές, προστάζει αφή και όσφρηση.

 

Αλλά δύσκολο να ζήσει σωστά το δέρμα μες σ' αυτή την πόλη. Καλύτερα να έρθει ο χειμώνας σαν ηρεμιστικό να μας ναρκώσει. Θα τον δεχθούμε με μίσος κι ανακούφιση, σαν το κάθε-βραδινό μας υπνωτικό.